Είναι και τα δύο σωστά, όμως έχουν διαφορετική σημασία.
Το συμβάλλω (με δύο λ) δηλώνει εξακολούθηση. Το χρησιμοποιούμε, όταν συμβάλλουμε ξανά και ξανά.
Για παράδειγμα: «Δεσμεύομαι, όσο ζω, να συμβάλλω αμισθί στην εκπαίδευση της κοινότητας».
Το συμβάλω (με ένα λ) δηλώνει κάτι που συμβαίνει μόνο μια φορά. Το χρησιμοποιούμε, όταν συμβάλουμε άπαξ.
Για παράδειγμα: «Θα συμβάλω στο πάρτυ φέρνοντας δυο κρασιά».

